🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δευτερόκλιτος
δευτερόκλιτ|ος
грам.
относящийся ко второму склонению
;
~α ονόματα — имена второго склонения
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся ко второму склонению
? —
δευτερόκλιτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
δευτερόκλιτος
? — относящийся ко второму склонению
#
(ново)греческий словарь
—
ενάνθημα
—
διακοσμητικός
—
μικροκαβγαδάκι
—
χελιδόνι
—
τριήμερος
—
ανακάρδιο
—
τοκοχρεωλύσιο
—
βάσανος
—
κοσμοαντίληψη
—
καλοζωία
—
εξοιδητικός
—
ανταπεργώ
—
αθυρόστομος
—
φτεροπηδάω
—
εναλλακτήρας
—
κόντημα
—
παραγέμισμα
—
γροθοκοπιέμαι
—
επιπέδωση
—
αυτοχειρία
—
χρυσό
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω