🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εστεροποίηση
εστεροποίηση
η хим.
этерификация
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
этерификация
? —
εστεροποίηση
как с
(ново)греческого
переводится слово
εστεροποίηση
? — этерификация
#
(ново)греческий словарь
—
μεταγενέστερος
—
σκαμμένος
—
αναγόρευση
—
προσγίνομαι
—
ερυθροκύτωσις
—
γοργά
—
αριθμούμαι
—
κεφαλήστος
—
εκκομίζω
—
μετεμψύχωση
—
σάπων
—
μακιγιάρομαι
—
πλήσσω
—
κολάκευμα
—
τρώω
—
νευρίτης
—
όαση
—
ατσίκνιστος
—
αγαλματοειδής
—
λογάτε
—
καλτσάκι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω