🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπερκορεννύω
υπερκορεννύω
(αόρ. υπερεκόρεσα) уст.
перенасыщать
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
перенасыщать
? —
υπερκορεννύω
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπερκορεννύω
? — перенасыщать
#
(ново)греческий словарь
—
γλυκειά
—
φριμάσσομαι
—
αγιόνερο
—
δύσπνοια
—
λαξευτής
—
αταχυδρόμητος
—
μαρξιστικο-λενινιστικός
—
τριβελλίζω
—
αβατσίνωτος
—
ρίγος
—
βροχοφόρος
—
ελαιοπερίβολο
—
ντούζικο
—
τιθάσσευση
—
εποψη
—
αναχωματίζω
—
απόκαφτρο
—
παλίμβουλος
—
βαθιογάλαζος
—
κουφώνω
—
κρεοζώτο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω