🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
παρήγορος
παρήγορ|ος
утешительный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
утешительный
? —
παρήγορος
как с
(ново)греческого
переводится слово
παρήγορος
? — утешительный
#
(ново)греческий словарь
—
μακροημέρευση
—
ψυχογένεση
—
αοριστολογώ
—
κικούτα
—
ψυχοπάθεια
—
μεσούρανα
—
εγγράφω
—
αμαίευτος
—
επίκεντρο
—
μονόκαννος
—
επίπλαστος
—
συγκεραννύω
—
υπερτείνω
—
πανοραμικός
—
παραγεράζω
—
επιδόρπιος
—
βλαστικός
—
εφοδιασμός
—
πρωταίτιος
—
περσική
—
ακτινοσκόπος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω