🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μοντερνιστικός
μοντερνιστικός
иск.
модернистический
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
модернистический
? —
μοντερνιστικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
μοντερνιστικός
? — модернистический
#
(ново)греческий словарь
—
καρρέ
—
άτεχνος
—
τετριμμένος
—
εδωπάνου
—
ετεροπλασία
—
επιτάφιος
—
τριπλά
—
έκαυσα
—
χτιστικά
—
φάσα
—
δίκαυλος
—
αγιοποιούμαι
—
παμπόνηρος
—
ημιμάχιμος
—
μαγιό
—
καθίζημα
—
αντιμεθυστικός
—
τσαπατσούλης
—
μασκαρεμένος
—
πλουτοκρατία
—
ασυγκατάβατος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω