🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στάξιμο
στάξιμο
το 1)
капанье
;
~ τής βρύσης (τού ταβανιού) — капанье из крана (с потолка)
;
2)
капель
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
капанье
? —
στάξιμο
как на
(ново)греческом
будет слово
капель
? —
στάξιμο
как с
(ново)греческого
переводится слово
στάξιμο
? — капанье, капель
#
(ново)греческий словарь
—
αρνησιά
—
πίστρα
—
μπογιά
—
ενδρομίς
—
φλέγμα
—
απλαδαριά
—
πεταρούδι
—
εγχάραξη
—
πίπισμα
—
απαλλοτριωτέος
—
νάρκωμα
—
σπορεύω
—
εβραϊστής
—
ιστιοδέτης
—
απιστομίζω
—
αυτοματιστής
—
άλτ!
—
εταίρα
—
ανισοσκελή
—
αξενύσταχτος
—
ατμοκίνητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω