🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γοφάρι
γοφάρι
το 1)
амия
(рыба);
2)
пресноводная рыба
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
амия
? —
γοφάρι
как на
(ново)греческом
будет слово
пресноводная рыба
? —
γοφάρι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γοφάρι
? — амия, пресноводная рыба
#
(ново)греческий словарь
—
μοσχοβολιστός
—
μαύλισμα
—
τείχιση
—
φάλτσο
—
αφοδευτήριο
—
χρέωση
—
καθυστέρηση
—
ατομοκρατία
—
στιβάλι
—
διημέρευση
—
συμπτωματικός
—
πόλισμαν
—
ακατάκλυστος
—
γύρεψη
—
μεσουρανίζω
—
εξωκλήσι
—
επισημαίνω
—
ξεκοκκαλιάζω
—
κωφαλαλία
—
γκαβούλιακας
—
αφύτρωτος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω