🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οικίζω
οικίζω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
οικίζω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
πρόσκρουση
—
κωλυόμενος
—
αποπερατώνω
—
μνηστευμένος
—
φονεύς
—
διαψεύδω
—
μοτοσακό
—
στοματάρα
—
διαλεγμένος
—
αλευροπολτός
—
γλυκαντικός
—
οστεομβελίτιδα
—
πειθαρχείο
—
αριστερόφιλος
—
λαχανιάζω
—
μονοψήφιος
—
σύναξη
—
θεολογία
—
κοκκινομάλλης
—
—
ασημόπετρα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω