🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπαινιγμός
υπαινιγμός
ο
намёк
;
λεπτός ~ — тонкий намёк
;
κάνω ~ό — делать намёк, намекать (на что-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
намёк
? —
υπαινιγμός
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπαινιγμός
? — намёк
#
(ново)греческий словарь
—
πολιτικολογία
—
στηλιτευτικός
—
περιστοιχίζω
—
σωροβολιάζομαι
—
φαγού
—
απολεπίζω
—
σονάτα
—
διηγηματογραφία
—
αφηνιασμένος
—
πρωτεργάτης
—
επίνοια
—
στενοκέφαλος
—
λουκέτο
—
οικοπεδοποίηση
—
εμπορία
—
βουβόσκυλο
—
υπογλυκαιμία
—
ηχοβολώ
—
αλεξικέραονο
—
Μογγολία
—
πνιχτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω