🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γνωσιμάχος
γνωσιμάχ|ος
ο 1)
обскурант
;
2)
еретики
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обскурант
? —
γνωσιμάχος
как на
(ново)греческом
будет слово
еретики
? —
γνωσιμάχος
как с
(ново)греческого
переводится слово
γνωσιμάχος
? — обскурант, еретики
#
(ново)греческий словарь
—
βλαχαδερό
—
βρακίας
—
ομοφωνώ
—
απέκκριση
—
χαλεπότητα
—
πολυμορφικό
—
πολυγραφότατος
—
βαθιοπράσινος
—
ελάττων
—
αποδεδειγμένος
—
τσυρίζω
—
συλληπτήριος
—
σπαγγοραμμένος
—
οδονταλγία
—
ατμοπλοϊκός
—
τυγχάνω
—
κριθάρι
—
λύχνος
—
ευκολοάναφτος
—
επανεμφανίζομαι
—
υπέστην
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω