🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τσιμπιέμαι
τσιμπιέμαι
щипаться, щипать друг друга
;
===
~ήθηκε — [phrase]он влюбился[/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
щипаться
? —
τσιμπιέμαι
как на
(ново)греческом
будет слово
щипать друг друга
? —
τσιμπιέμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
τσιμπιέμαι
? — щипаться, щипать друг друга
#
(ново)греческий словарь
—
ασκομαντούρα
—
κρόσσι
—
παλιογαμημένος
—
λορυγγολόγος
—
ατυράγνητος
—
αγριάμπελο
—
στραβοπόδαρος
—
ραββίνος
—
φαγωμένος
—
κράνεια
—
αναγλύφω
—
διαφύλαξη
—
καθότι
—
αυχενικός
—
λουστράρω
—
φαβοριτισμός
—
τσιπροκατάνυξη
—
απόπασχα
—
κοντοχωριανή
—
πολυταξιδεμένος
—
ξεπαντρεύω
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω