🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
σχοινοβατώ
σχοινοβατώ
ходить по канату
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
ходить по канату
? —
σχοινοβατώ
как с
(ново)греческого
переводится слово
σχοινοβατώ
? — ходить по канату
#
(ново)греческий словарь
—
ζουρλαίνομαι
—
καλλιπάρειος
—
πρόλογος
—
κεντώ
—
γούρλιασμα
—
ξιδερός
—
δυσθεράπευτος
—
απελευθερώνω
—
απωθητικότητα
—
ροπαλοφόρος
—
γαϊτανάκι
—
πλήρωμα
—
καλτσούλα
—
μαθημένος
—
αστάθμιστος
—
αχνός
—
αναφερθείς
—
δημοσιονομία
—
ανεμότζαμο
—
φιλειρηνισμός
—
στηθοσκοπικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω