🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πρασινούλικος
πρασινούλικος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πρασινούλικος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
εγερτήριος
—
ερίτιμος
—
ύπερ-
—
εμμηνορροώ
—
μπήχνω
—
τετράεδρος
—
γυμνοσάλιαγκας
—
Εβραίος
—
κτυπώ
—
αιγυπτιολόγος
—
προικισμένος
—
αρχαγγελικός
—
ελαστικός
—
φαφλατάδικος
—
γουρουνόμαντρα
—
αποκτήνωση
—
μπουντρούμι
—
πολιτευτής
—
διπλάλμπουρος
—
νταμάδος
—
βωμολοχικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω