🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
διεκρευστήρας
διεκρευστήρας
(-ήρος) ο
кран
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
кран
? —
διεκρευστήρας
как с
(ново)греческого
переводится слово
διεκρευστήρας
? — кран
#
(ново)греческий словарь
—
κοκκύτης
—
λιθοτεχνία
—
καπιταλιστής
—
Κοσσυφοπέδιο
—
τυλιγαδιάζω
—
γαργάλητό
—
Αγαθόβουλος
—
αφεντικός
—
φιλοπεριέργεια
—
διηγούμαι
—
κλειδοκύμβαλλο
—
πυρωτικός
—
γραφτό
—
ραδικόζουμο
—
χρυσοχοΐα
—
εξανδραπόδισμός
—
κωλαρίνος
—
χοντρογούρουνο
—
χειρωνακτικός
—
καδής
—
ζίγκος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω