🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
οπάλλι
οπάλλι
το
опал
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
опал
? —
οπάλλι
как с
(ново)греческого
переводится слово
οπάλλι
? — опал
#
(ново)греческий словарь
—
χοχλάδι
—
ανάρμοστος
—
θαλασσοβρεγμένος
—
κοκεταρίζομαι
—
γλεντοκόπημα
—
τίναγμα
—
εκδύομαι
—
καταβαράθρωση
—
καθέκτης
—
δρόμων
—
ανεπιτήδευτος
—
γλακώ
—
πολφός
—
θρομβοκύτταρο
—
καταπονάω
—
πινάκιο
—
θερμοκρασία
—
εφταπλάσιος
—
έκφυλος
—
ζερβοκουτάλας
—
χιλωτήρ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω