🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μινουέττο
μινουέττο
το
менуэт
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
менуэт
? —
μινουέττο
как с
(ново)греческого
переводится слово
μινουέττο
? — менуэт
#
(ново)греческий словарь
—
αρριβιστικός
—
στερεοτυπικός
—
συστηματική
—
ειρηνοδικείο
—
εισδέχομαι
—
τσιμπούκι
—
νερομπούκαλο
—
ευκολόπαρτος
—
νυχτοκόπος
—
εκδοτέος
—
αλλακτικός
—
κομψευτής
—
ολόασπρος
—
τριτόκλιτος
—
νεανθής
—
προσωπικότητα
—
μεταμοσχεύω
—
οληνυχτίς
—
ζέον
—
αυχένας
—
συγκινούμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω