🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πυρετώδικος
πυρετώδικ|ος
прям., перен.
лихорадочный
;
~ προπαρασκευή (или προετοιμασία) — лихорадочная подготовка
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лихорадочный
? —
πυρετώδικος
как с
(ново)греческого
переводится слово
πυρετώδικος
? — лихорадочный
#
(ново)греческий словарь
—
αμαξόθυρα
—
γιακάς
—
εφαρμόσιμος
—
επιφαίνομαι
—
σουσουράδα
—
βιοαποικοδομήσιμος
—
φορτοεκφορτωτής
—
ατυχεύω
—
αντί
—
αποκαρδιωτικά
—
ερημοδικώ
—
άμισχος
—
χειρούργηση
—
εκδοτικός
—
γιρούσι
—
χειροπέδη
—
θεώρατος
—
περιτριγυρίζω
—
αγχίνοια
—
κρείσσων
—
αλαμπής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω