🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δυναμοηλεκτρικός
δυναμοηλεκτρικός
генераторный
;
~ή μηχανή — динамо-машина
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
генераторный
? —
δυναμοηλεκτρικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
δυναμοηλεκτρικός
? — генераторный
#
(ново)греческий словарь
—
οδοντοκοιλία
—
αγαθός
—
δείγμα
—
οστεομυελίτιδα
—
ατέντωτος
—
υδρομυγαλή
—
μαντρωμένος
—
ταχύνους
—
συγκατακλίνω
—
στοματολογία
—
αστοιχείωτος
—
πληγή
—
αργορόλευκος
—
ασυναρίθμητος
—
ατράνταχτος
—
ερινιάζω
—
γεφυρώνω
—
κοντανασαίνω
—
αποσταμός
—
καλιγωτής
—
μωαμεθανίδα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω