🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βιωσιμότητα
βιωσιμότητα
το 1)
жизнеспособность
;
2)
осуществимость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
жизнеспособность
? —
βιωσιμότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
осуществимость
? —
βιωσιμότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
βιωσιμότητα
? — жизнеспособность, осуществимость
#
(ново)греческий словарь
—
λοφιοφόρος
—
ζωνούλα
—
παλικαριά
—
κοροϊδεύομαι
—
απόβγαλμα
—
βροχάδα
—
καλαμίδι
—
γερομπασμένος
—
καινούριος
—
σίκ
—
ισάξια
—
βιδέλλο
—
μαργωτίδα
—
κολαντρίζω
—
κατηγορητικός
—
χολοκυστογραφία
—
καφεκόπτης
—
πρηνηδόν
—
ανεμική
—
οξύγαλα
—
μουτσούνα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω