🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αδελφοποιτός
αδελφοποιτός
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αδελφοποιτός
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ξεδιάλεγμα
—
ταώς
—
ανυφαίνω
—
ζεματάω
—
ροδακινιά
—
φτηνοδουλειά
—
ενενηνταριά
—
αβλεψιά
—
κακομοίρικα
—
Πτωχοπρόδρομος
—
οπλομαχία
—
ξανθοτρίχα
—
αρχικώς
—
σεπτεμβριάτικος
—
απολαβή
—
βιβλιοκρισία
—
απορροφώμαι
—
εξαγόμενο
—
πονοκεφαλιά
—
ελεφαντόδοντο
—
απλανής
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω