🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
βραχυκύκλωσις
βραχυκύκλωσις
(-εως) η
короткое замыкание
(действие)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
короткое замыкание
? —
βραχυκύκλωσις
как с
(ново)греческого
переводится слово
βραχυκύκλωσις
? — короткое замыкание
#
(ново)греческий словарь
—
αντιπαραγγελία
—
κροκόδειλος
—
υλισμός
—
αλλαχού
—
απογεράζω
—
σύμπνοια
—
συρματόσχοινο
—
δασκαλική
—
αδιάκοπος
—
γλαυκώδης
—
καθεύδω
—
λυσσιάζω
—
θολοσκέπαστος
—
εμπλαστρο
—
δίκοχο
—
ερυθρολυσία
—
φτίση
—
παιδιάστικος
—
άρρατ' αθέματα
—
ζωόφιλος
—
πυρακτωμένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω