🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εβδομαδιάτικο
εβδομαδιάτικο
το
недельный заработок
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
недельный заработок
? —
εβδομαδιάτικο
как с
(ново)греческого
переводится слово
εβδομαδιάτικο
? — недельный заработок
#
(ново)греческий словарь
—
λευκισμός
—
περιχαράκωμα
—
ζυμομύκητας
—
απομένω
—
ομολογούμενος
—
περίφραχτος
—
ακταία
—
χάμουργας
—
απαγχονισμός
—
άφλεβος
—
γλιστρολογώ
—
ευκίνητος
—
μίλτινος
—
προγονολατρεία
—
φιλοτομαριστής
—
ζάρκαδος
—
ρητός
—
καπνοπώλισσα
—
φουσκαλιάζω
—
εφτάστιχο
—
ξεναγία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω