🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θόριο
θόριο
το хим.
торий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
торий
? —
θόριο
как с
(ново)греческого
переводится слово
θόριο
? — торий
#
(ново)греческий словарь
—
καρσί
—
μπελαλίδικος
—
απαλότητα
—
ωφέλημα
—
αρπάχνα
—
παλιότερος
—
πωλητήριο
—
αποίκιση
—
διάφορο
—
χαμοπέρδικα
—
αβλαφτος
—
εξαργύρωση
—
ξεθηλυκώνω
—
φαινομενικός
—
αφέλεια
—
υδροκυάνιο
—
λησμονοβότανο
—
αμελέτητος
—
κανηφόρος
—
μπατίρης
—
μπατιρημένος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω