🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μόλεμα
μόλεμα
το 1)
заражение
;
2)
зараза
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
заражение
? —
μόλεμα
как на
(ново)греческом
будет слово
зараза
? —
μόλεμα
как с
(ново)греческого
переводится слово
μόλεμα
? — заражение, зараза
#
(ново)греческий словарь
—
ειδικός
—
γαλουχία
—
συγκοινωνιολόγος
—
γεννητούρια
—
ψαλίς
—
λεπτομερώς
—
απατεώνισσα
—
ξεκουμπίζω
—
αοιδός
—
αποδείχνω
—
αποδασούμαι
—
φιστικάς
—
εργάτισσα
—
καταβολάδο
—
ηλεκτρώσμωση
—
αραθυμώ
—
δασκάλεμα
—
αγνωμονώ
—
πειρακτήριο
—
αποκρεμούμαι
—
αμπελώδης
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω