🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
στείρευση
στείρευση
(-εως) η
иссякание
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
иссякание
? —
στείρευση
как с
(ново)греческого
переводится слово
στείρευση
? — иссякание
#
(ново)греческий словарь
—
ακαταμέτρητος
—
καταμόσχευση
—
αλοιφή
—
αλεξιπτωτίστρια
—
καλοδούλευτος
—
αγευσία
—
βεληνεκές
—
βραδινό
—
δυσαρθρία
—
συμπάω
—
σπασμωδικότητα
—
επιφράσσω
—
βαρώ
—
προτρεπτικός
—
θεονήσηκος
—
ριζάφτι
—
ξάνση
—
ασημοκουδουνάτος
—
κόκκος
—
φωτοτυπώ
—
γερανός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω