🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκδικιέμαι
εκδικιέμαι
мстить
;
~ τόν φόνο ν — мстить за убийство
;
~ τους εχθρούς μου — мстить своим врагам
;
θά τόν εκδικηθώ! — [phrase]я ему отомщу![/phrase]
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мстить
? —
εκδικιέμαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκδικιέμαι
? — мстить
#
(ново)греческий словарь
—
υποτίμημα
—
ιταμά
—
Νέστορας
—
προνοητικότητα
—
λιομάζωμα
—
παππούλης
—
ενειλιγμένος
—
φιλδισένιος
—
ευθυμογράφημα
—
παντρεμένος
—
κρασοκανάτο
—
πεζή
—
παραδέχομαι
—
γερωσύνη
—
αλιευτής
—
κοσμιότητα
—
Ιταλός
—
φοδράρισμα
—
βαριακούω
—
μοτόν
—
αριστείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω