🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πάρεση
πάρεση
η 1)
расслабление
;
2) мед.
парез
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
расслабление
? —
πάρεση
как на
(ново)греческом
будет слово
парез
? —
πάρεση
как с
(ново)греческого
переводится слово
πάρεση
? — расслабление, парез
#
(ново)греческий словарь
—
γραμματοκιβώτιο
—
νηπιώδης
—
ασήκικος
—
ενισχυτής
—
λαιμαργία
—
σκωληκοειδίτιδα
—
βιβλιοθηκονομία
—
σύννους
—
απόξεσμα
—
τσεπώνω
—
καθημερινός
—
τοξικότητα
—
ζυμωταριά
—
καπιταλιστικός
—
πόνεμα
—
γκρεμνοβόλημα
—
στήθι
—
ασλάνι
—
φετεινός
—
γάμμα
—
υαλοτεχνικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω