🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θερμαντικότητα
θερμαντικότητα
η 1)
теплотворность
;
2)
калорийность
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
теплотворность
? —
θερμαντικότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
калорийность
? —
θερμαντικότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θερμαντικότητα
? — теплотворность, калорийность
#
(ново)греческий словарь
—
αυτοματική
—
καταβρεκτήριον
—
φαρμακεία
—
στραβός
—
διεθνιστικός
—
θερμοφόρα
—
κολλαριστός
—
αρνοψάλιδο
—
εκατονταετηρίδα
—
βαλμένος
—
μνηστεία
—
κρομμύδι
—
βροντοχτυπώ
—
θέρος
—
παδελομούρης
—
αρίς
—
πρινάρι
—
γαστροτομία
—
ατμοκίνητο
—
κροκέ
—
ετεροπλασία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω