🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φορολογία
φορολογία
η 1)
налогообложение
;
2)
налог
;
~ (επί) τού εισοδήματος — подоходный налог
;
αφόρητη ~ — непосильные налоги, поборы
;
επιβαρύνω μέ ~ — облагать налогом
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
налогообложение
? —
φορολογία
как на
(ново)греческом
будет слово
налог
? —
φορολογία
как с
(ново)греческого
переводится слово
φορολογία
? — налогообложение, налог
#
(ново)греческий словарь
—
δαιμονοπάθεια
—
επαγρύπνηση
—
θεϊστικός
—
τριακονθήμερον
—
ξεπεταρούδι
—
προτιμώ
—
λεττονικός
—
λιπασμός
—
πάγκρεας
—
ξιφουλκώ
—
λεμφαδενίτις
—
βαποράκι
—
αποσκορακίζω
—
ασφαλισμένος
—
διπλωματική
—
εξαπόλυση
—
πτερόρροια
—
ψιμάρι
—
εμπορομηχανικός
—
προσγειωμένος
—
πολυκυτταρικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω