🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αξενίτευτος
αξενίτευτ|ος
не покидавший родины
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
не покидавший родины
? —
αξενίτευτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αξενίτευτος
? — не покидавший родины
#
(ново)греческий словарь
—
σακκουλιάζω
—
βούλομαι
—
μινθέλαιον
—
στρώνω
—
θεσμός
—
επιχρυσωτής
—
πριστήριον
—
υγροποιώ
—
αργένης
—
αϊτοφτέρουγος
—
κρυφοδαγκάνω
—
ανθρωπισμός
—
ραδινός
—
άτοιχος
—
αναξιοποίητος
—
αντικοτώ
—
κατοικήσιμος
—
τρώομαι
—
κυτταρικός
—
χόρτασα
—
ασύστολα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω