🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
υπερκερατίαση
υπερκερατίαση
(-εως) η мед.
склеродермия
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
склеродермия
? —
υπερκερατίαση
как с
(ново)греческого
переводится слово
υπερκερατίαση
? — склеродермия
#
(ново)греческий словарь
—
μηχανοκάϊκο
—
ζαχαροφάγος
—
μπακαλόχαρτο
—
αναπληρωτικός
—
παγαίνω
—
κόσσυφος
—
κλειδοκόκκαλο
—
μερισμός
—
επίπασμα
—
εκφραστικός
—
νικώμαι
—
ανεπαίσχυντα
—
εξαγγλίζω
—
ξεβούλλωμα
—
τράκα
—
εμπέτασμα
—
σιμά
—
προτειχίζω
—
παραγίνωμα
—
παραλίμνιος
—
εξαρχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω