🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μηχανοπέδη
μηχανοπέδη
η
пневматический тормоз
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
пневматический тормоз
? —
μηχανοπέδη
как с
(ново)греческого
переводится слово
μηχανοπέδη
? — пневматический тормоз
#
(ново)греческий словарь
—
ζυμωτήρι
—
ξελογιάστρα
—
τωόντι
—
αλαφρός
—
ποδόγυρος
—
σκληρομετρία
—
προφυλασσόμενος
—
ευδιάβατος
—
επιγραφική
—
πελέκημα
—
γλυκαρμενίζω
—
ιστιοδρομία
—
φτεροκόπημα
—
ποδαρικό
—
ανοπόδοτος
—
δυνατότητα
—
αεικινησία
—
ψυχομέτρι
—
εικοσιπεντάρι
—
πανθεϊσμός
—
μεγάφωνο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω