🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πέπρωται
πέπρωται
(παρατ. επέπρωτο)
суждено, предопределено
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
суждено
? —
πέπρωται
как на
(ново)греческом
будет слово
предопределено
? —
πέπρωται
как с
(ново)греческого
переводится слово
πέπρωται
? — суждено, предопределено
#
(ново)греческий словарь
—
πεντάγωνος
—
προσδοκώμενο
—
αντεπικρίνω
—
ζούλισμα
—
αντιστικτική
—
δορυκτησία
—
μικροπόδαρος
—
φωτοφοβία
—
αδιαβροχοποιώ
—
υπολαμβάνω
—
φροντιστηριακά
—
ξιφίδιο
—
κυλίστρα
—
ξεκαμπίζω
—
φρούσι
—
λεγάμενος
—
κοντόχοντρος
—
αγκαθιώνας
—
κακόπαιδο
—
θαλασσόβραχος
—
προστακτικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω