🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
επεπήχθην
επεπήχθην
αόρ. от επιπήγνυμαι
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
επεπήχθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ενάσκηση
—
καπνιστής
—
προκάλυμμα
—
ενθουσιαστικός
—
κολίγας
—
μπρισίμι
—
χυδαιοποίηση
—
αίτιο
—
ομόφυλος
—
αυτολάτρης
—
αμείωτος
—
ποδηλάτις
—
φιλονικώ
—
τετραγωνίζω
—
μάταιον
—
απαξιώνω
—
αλλεπαλληλία
—
δραγάτισσα
—
κασελλιάζω
—
σέξ-άπ(π)ήλ
—
ξεδιάλυμα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω