🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
μητρώος
μητρώ|ος
материнский
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
материнский
? —
μητρώος
как с
(ново)греческого
переводится слово
μητρώος
? — материнский
#
(ново)греческий словарь
—
δεινότης
—
αδιαχείριστος
—
καλοταϊσμένος
—
ξαγναντεύοντας
—
εθνάριον
—
αχάραχτος
—
αβουλία
—
μαργιά
—
μπρέ
—
βοτάνισμα
—
περνοδιαβαίνω
—
ασκιαγράφητος
—
ανθρωπότητα
—
φραίζα
—
εξέμπλιον
—
μαγικά
—
ανδρείκελο
—
ανέλκω
—
οξειδωτός
—
νιόφαντος
—
περιστεροτροφία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω