🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αγκράφα
αγκράφα
η 1)
брошка
;
2)
пряжка, застёжка
;
κουμπώνω τήν ~ — застегнуть пряжку
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
брошка
? —
αγκράφα
как на
(ново)греческом
будет слово
пряжка
? —
αγκράφα
как на
(ново)греческом
будет слово
застёжка
? —
αγκράφα
как с
(ново)греческого
переводится слово
αγκράφα
? — брошка, пряжка, застёжка
#
(ново)греческий словарь
—
κακοτεχνία
—
απερδίκλωτος
—
λερώνω
—
διανυκτέρευση
—
σαββατιανός
—
ενδοστρεφής
—
αδελφοκτονία
—
επαναδίπλωση
—
εγγυοδοσία
—
σπρώχνω
—
ανοστίζω
—
κατηγόρημα
—
πηλοβατίς
—
γαιόσακκος
—
συνακόλουθος
—
δραστήριος
—
αμπέλι
—
στρέψη
—
γδικούμαι
—
ελεκτικότητα
—
ανεραστος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω