🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
δημεύτρια
δημεύτρια
η
та(__,__) кто конфискует
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
та, кто конфискует
? —
δημεύτρια
как с
(ново)греческого
переводится слово
δημεύτρια
? — та, кто конфискует
#
(ново)греческий словарь
—
σάρκα
—
αλατοφόρος
—
ομοιογενής
—
μηχανικό
—
φωτοηλεκτρικός
—
χαβάς
—
απομνημονεύματα
—
τηγανιστός
—
Πέτρος
—
αγύρευτος
—
μηχανικισμός
—
απολυταρχικός
—
αψυχοπόνια
—
καύλωμα
—
απόλαψη
—
αναμικτήρας
—
βρογχόλιθος
—
ανηθόσπορος
—
ντρέττος
—
παϊδάκι
—
αμμόλιθος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω