🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
εκεράσθην
εκεράσθην
παθ. αόρ. от κερνώ
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
εκεράσθην
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ζώ
—
κώχη
—
εκβιβασμός
—
ηλεκτρομετρία
—
ολοκληρωτής
—
κονγκρέσσο
—
ακέντητος
—
φεβρουαριάτικος
—
εγκολπώνομαι
—
αυθυπαρξία
—
αποκηρύττω
—
φωνολογικός
—
γραίγος
—
χτιστικά
—
καρπολόγημα
—
λύμη
—
πολυμορφισμός
—
επίχαλκος
—
αφρόντιστος
—
θρασυδειλία
—
άρεση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω