🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αφωνόληκτος
αφωνόληκτ|ος
грам.
оканчивающийся на согласный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
оканчивающийся на согласный
? —
αφωνόληκτος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αφωνόληκτος
? — оканчивающийся на согласный
#
(ново)греческий словарь
—
δείλιασμα
—
επιθυμιάρης
—
σούγλιασμα
—
κρεμμύδι
—
οικείος
—
φορολογικός
—
εθελοντικότητο
—
αυτόθερμος
—
εκρήγνυμαι
—
κουκουναριά
—
αμονογράφητος
—
θυρωρείο
—
αποθαρρεύω
—
ανασκησία
—
άπλαστος
—
αφωτογραφιστός
—
χειρόβολο
—
ερωτοδιωματόρης
—
σανιδωτός
—
ανυφαντό
—
ρουμελιώτικα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω