🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αιάντειος
αιάντει|ος
:
~ γέλοίς — смех сумасшедшего
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
αιάντειος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
μονογλωσσία
—
αυτογεννώμαι
—
ανθοκράμβη
—
αποστέωση
—
ξανα-
—
φαμπρικάντης
—
κατασβεστήρας
—
τζαναμπετιά
—
ερωτεύομαι
—
ανήκεστος
—
διακριτέος
—
φτωχοαγροτικός
—
διεκροή
—
προγονόπληκτος
—
πλουτώ
—
υποναύαρχος
—
ακόρεστος
—
ενδυναμωτικός
—
εκτραχηλίζομαι
—
ξυλόγατα
—
σύψυχος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω