🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ομοιοπάθεια
ομοιοπάθεια
η
общая участь
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
общая участь
? —
ομοιοπάθεια
как с
(ново)греческого
переводится слово
ομοιοπάθεια
? — общая участь
#
(ново)греческий словарь
—
βραδυπόρος
—
ξεχειμάζω
—
διασπωμαι
—
βατοκόπια
—
πατσάς
—
πιλοτήριο
—
ξαναφούντωμα
—
ανθοπωλείο
—
αντικαπιταλισμός
—
εκθλνπτικός
—
αυτοκυριαρχία
—
σφαιροβόλος
—
αναλικνίζω
—
νηολόγιο
—
τροχαίος
—
ρισκάρω
—
ηθογραφικός
—
ψιμάρνι
—
στομώνω
—
συνδρομήτρια
—
μπαουλάδικο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω