🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
φυλακισμένος
φυλακισμένος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
φυλακισμένος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
τρελογιατρός
—
μαθητικός
—
ερίνωση
—
σχολαρχείο
—
αισχρολογώ
—
ζαχαροποίηση
—
ανάκλαση
—
πανημερία
—
ηθητήρ
—
τοματόσουπα
—
κρυολογώ
—
κεραμιδής
—
μάλη
—
μηδενίστρια
—
μεταλλείο
—
ψευδοπατριώτης
—
απαρτίζω
—
μακροβένθος
—
διακονιάρισσα
—
φθισιώ
—
απροσκόλλητος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω