🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πορνεύω
πορνεύω
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πορνεύω
? —
#
(ново)греческий словарь
—
οχταετία
—
άθαφτος
—
λαντουρώ
—
φράκτης
—
γαρμπίλι
—
προικιό
—
συνωμότις
—
οινοβιομηχανία
—
ηχοεπεξεργασία
—
άδροσος
—
ανιόν
—
πορώδης
—
ανσχαίνω
—
σχεδιοποιημένος
—
επίκαυσις
—
δηλωτέος
—
αχαμνίζω
—
μελιτοεξαγωγέας
—
απλούμιστος
—
σοκολάτα
—
αντερωτώ
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω