🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
γαργαλίζομαι
γαργαλίζομαι
быть охваченным желанием
;
~ομαι από τήν ελπίδα νά... — питать надежду на...
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
быть охваченным желанием
? —
γαργαλίζομαι
как с
(ново)греческого
переводится слово
γαργαλίζομαι
? — быть охваченным желанием
#
(ново)греческий словарь
—
βαλανηφόρος
—
προώθηση
—
παστεριωμένος
—
διαβούλευση
—
μπριγκέττα
—
χρεμέτισμα
—
πλοιοκτήτης
—
πρωτοκολλημένος
—
κουνιάδος
—
καλημέρα
—
επενέβην
—
λύντσειος
—
εξέδραμον
—
αντεισηγητής
—
αρτόδεντρο
—
θεληματίας
—
δασκαλάκος
—
ετοιμολογία
—
γεντίτσι
—
αμφιλύκη
—
οστρεοτροφείο
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω