🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
ελπιδοφόρος
ελπιδοφόρ|ος
обнадёживающий
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обнадёживающий
? —
ελπιδοφόρος
как с
(ново)греческого
переводится слово
ελπιδοφόρος
? — обнадёживающий
#
(ново)греческий словарь
—
προεκλογικός
—
ζερβοκουτάλα
—
δεμάτι
—
φοδράρω
—
εκφεύγω
—
αμινοξέα
—
επαυχένιον
—
φθονώ
—
οδόμετρο
—
αναπαριστάνω
—
ρετουσάρω
—
επιπρόσθηση
—
εξανθίζω
—
αιματοβαμμένος
—
μερικότητα
—
κατάκλειστος
—
ευχαριστημένος
—
παιδομάνι
—
στρογγυλοειδής
—
λαχανοπωλίτρια
—
μπέσα
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω