🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πορνικός
πορνικός
относящийся к проституции
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
относящийся к проституции
? —
πορνικός
как с
(ново)греческого
переводится слово
πορνικός
? — относящийся к проституции
#
(ново)греческий словарь
—
φαράδιον
—
βλαχοδήμαρχος
—
αναρροφητήρας
—
αμούργη
—
φανελλοποιείο
—
απελαύνω
—
ερπηστικός
—
εκπορήνιση
—
άλλως
—
κοράλλινος
—
λεμβουχικά
—
γελαδάρισσα
—
αψικορία
—
συνεισηγητής
—
απολέπιση
—
τύφλωση
—
τσαμπούκολίδικος
—
ευαισθητοποιός
—
σαλιγκάρι
—
μινάρω
—
θεοβλαβούμενος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω