🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
θολότητα
θολότητα
η
мутность; тусклость
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
мутность
? —
θολότητα
как на
(ново)греческом
будет слово
тусклость
? —
θολότητα
как с
(ново)греческого
переводится слово
θολότητα
? — мутность, тусклость
#
(ново)греческий словарь
—
κλίνω
—
καλαισθησία
—
ζωομορφία
—
ορόγαλα
—
ενδιαφέρων
—
κοψομεσιάζομαι
—
αδόλεσχος
—
παρακμάζω
—
ακαταβρόχθιστος
—
θεϊκός
—
θεατρινισμός
—
λησταποδόχος
—
σαββατιάτικα
—
επικρέμαμαι
—
ο
—
ανεπιμιξία
—
ξέξασπρος
—
ανθοβόληση
—
ασμάλτωτος
—
ελάτης
—
χτυπιέμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω