🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
τεταρτογενής
τεταρτογεν|ής
геол.
четвертичный
(о периоде)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
четвертичный
? —
τεταρτογενής
как с
(ново)греческого
переводится слово
τεταρτογενής
? — четвертичный
#
(ново)греческий словарь
—
ήπειρος
—
ξαναζεσταίνω
—
γουρλίζω
—
μυξομάντηλο
—
σύξερος
—
ανθρωπολατρία
—
ποιήτρια
—
πλέκτης
—
καπίστρωμα
—
ταγμα
—
σαρανταποδαρούσα
—
φθίση
—
μεθοδευμένος
—
βελονοειδής
—
ανθοδέσμη
—
γγίζω
—
ιππευτικός
—
Παναμέζα
—
μινόρε
—
αρχιμηνιά
—
βεροναλισμός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω