🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
αποκαίω
αποκαίω
(αόρ. απέκαυσα, παθ. αόρ. απεκαύσθην)
сжигать дотла
;
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
сжигать дотла
? —
αποκαίω
как с
(ново)греческого
переводится слово
αποκαίω
? — сжигать дотла
#
(ново)греческий словарь
—
μιζάρω
—
πολυχρόνιο
—
προαπαντώ
—
αντίθαμα
—
φιναλίστ
—
ξάκληρος
—
μήνις
—
ελεγείο
—
στίφος
—
σκότιση
—
ζερβιός
—
γαλούχημα
—
πολιτευτής
—
σκουντουφλιάζω
—
λειόθριξ
—
κατεπείγομαι
—
προσωποποιία
—
διουρητικός
—
γιαρές
—
ξενοδουλεύω
—
παραπονιάρικος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω