🔄
Внимание!
Мы переехали на новый домен —
greeklexicons.com
. Меняйте закладки!
✕
Новогреческий словарь
πνεύμων
πνεύμων
ο анат.
лёгкие
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
лёгкие
? —
πνεύμων
как с
(ново)греческого
переводится слово
πνεύμων
? — лёгкие
#
(ново)греческий словарь
—
πλακομούνι
—
αποβλέπω
—
αντρόγυνο
—
κουπαστή
—
ημίκοσμο
—
οχεία
—
λαχανάκι
—
αγνωμονώ
—
παροδικός
—
αποβορβόρωση
—
πεταλούδισμα
—
εντορμώ
—
μαραβίλια
—
συνεκφώνηση
—
ψηλωσιά
—
μακρομούρης
—
βαρυστομαχιάζω
—
ωστόσο
—
χαράττω
—
αδαμαντοκολλητός
—
επιτυχία
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω